Καθιστικός σκοπός Ικαρίας
◊
Tι έχεις, μαύρε κόρακα, κι είν’ τα φτερά σου μαύρα;
Αν έχεις πόνο στην καρδιά, έλα να κλαίμ’ αντάμα.
Μια φωνή μιλά με τον κόρακα, καθρέφτη και σύντροφο του εαυτού.
Εξομολόγηση και συντροφιά. Μία προσπάθεια να μοιραστεί ο άνθρωπος το βάρος του με το πουλί που κουβαλά το ίδιο σκοτάδι.
Στο τέλος, γεννιέται η πιο αληθινή σύνδεση.
Τι έχεις μαύρε κόρακα
«Τι έχεις, μαύρε κόρακα, κι είν’ τα φτερά σου μαύρα;
Αν έχεις πόνο στην καρδιά, έλα να κλαίμ’ αντάμα.
Για σένα και για μένα γινήκαν οι καημοί, τα βάσανα κι οι πόνοι κι οι αναστεναγμοί.
Άσπρος γεννιέται ο κόρακας και μαύρος κατανταίνει, όπ’ αγαπήσει κι αρνηστεί έτσι κι αυτός να γένει.
Έλα, πουλί μου, έλα να τα μιλήσουμε, γιατ’ είδα στ’ όνειρό μου πως θα χωρίσουμε.
Έρι, θα πάρω τα βουνά σαν τη μαυροπουλάδα, να πα να βρω τον μπογιατζή, να βουτηχτώ στα μαύρα.
Αναθεματισμένη, του Χάρου πας και λες κι ο Χάρος δε με παίρνει και κάθεσαι και κλαις. Αναθεματισμένη και τζαναμπέτισσα, κρασί, ρακί, δεν ήπια, σ’ είδα και μέθυσα.»
•